Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενδοκρινολογικές παθήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενδοκρινολογικές παθήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1

Όταν ένα παιδί αρχίζει να διψάει συνέχεια και να ουρεί συχνότερα, ο φόβος του διαβήτη ανησυχεί τους γονείς.

Τι είναι ο διαβήτης;

Σε υγιή παιδιά μια ορμόνη που λέγεται ινσουλίνη ωθεί το σάκχαρο(γλυκόζη) από το αίμα στα κύτταρα του σώματος όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καύσιμο για την παραγωγή ενέργειας. Η ινσουλίνη παράγεται στο πάγκρεας. Ο διαβήτης τύπου Ι είναι μια πάθηση του παγκρέατος που δεν παράγει επαρκή ποσότητα ινσουλίνης έτσι ώστε να γίνεται σωστός ο μεταβολισμός της γλυκόζης.

Ο διαβήτης τύπου 1 είναι αυτό που λέμε μια αυτοάνοση ασθένεια;

Όταν ο διαβήτης βρίσκεται στο πρώτο στάδιο, τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη στο πάγκρεας καταστρέφονται σταδιακά με την πάροδο μηνών ή ετών. Τα υπόλοιπα κύτταρα είναι σε θέση να αντισταθμίσουν, αυξάνοντας την παραγωγή ινσουλίνης. Ο οργανισμός μπορεί να παράγει ακόμα αρκετή ποσότητα ινσουλίνης για να κρατήσει τη συγκέντρωση του σακχάρου στο αίμα σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αν καταστραφεί το 90% περίπου των κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη τότε η γλυκόζη δεν προσλαμβάνεται αποτελεσματικά στα κύτταρα. Το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα αρχίζει να αυξάνεται. Χωρίς σάκχαρα τα κύτταρα αρχίζουν να μεταβολίζουν τις πρωτεΐνες και το λίπος για να έχουν καύσιμα (οι κετόνες εμφανίζονται στα ούρα ως προϊόν μεταβολισμού των λιπαρών οξέων). Το άτομο με διαβήτη νιώθει συνέχεια πεινασμένο, αλλά χάνει βάρος παρά την αυξημένη πρόσληψη τροφής.
Εν τω μεταξύ, η συγκέντρωση του σακχάρου στο αίμα αρχίζει να αυξάνεται. Όταν το επίπεδο φτάσει τα 180 mg / dL, η γλυκόζη αρχίζει ν’αποβάλλεται στα ούρα. Αυτό προκαλεί στον ασθενή πολυουρία, δηλαδή μεγάλες ποσότητες ούρων( ο οργανισμός προσπαθεί να κρατήσει σταθερή την ωσμοτικότητα στα ούρα αποβάλλοντας υγρά) κι έτσι ο ασθενής στη συνέχεια αισθάνεται δίψα(πολυδιψία) για ν’ αναπληρώσει την ποσότητα των υγρών που χάνονται με τα ούρα.

Ποιά άτομα κινδυνεύουν να πάθουν διαβήτη τύπου1(ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη);

Ο διαβήτης τύπου 1 συνήθως χτυπά τους νέους, ιδιαίτερα μεταξύ των ηλικιών 5 και 7 (ηλικία που τα παιδιά περνούν πολλές ιώσεις), ή κατά τη περίοδο της εφηβείας (που υπάρχουν πολλές μεταβολές στις ορμόνες). Για το λόγο αυτό ονομάζεται και νεανικός διαβήτης. Ο όρος αυτός έχει πλέον εξαλειφθεί, δεδομένου ότι γνωρίζουμε πλέον ότι μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.
Οι άνθρωποι που θα νοσήσουν με διαβήτη τύπου 1 έχουν γεννηθεί με μια γενετική προδιάθεση . Δεν θα νοσήσουν όλα τα άτομα που φέρουν τα συγκεκριμένα γονίδια. Μερικά άτομα με προδιάθεση εκτίθεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες που πυροδοτούν το διαβήτη. Αυτό είναι συνήθως μια ιογενής λοίμωξη. Ο ιός παραπλανά το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου κι αρχίζει να παράγει αντισώματα που επιτίθενται στα δικά του κύτταρα,στα κύτταρα του παγκρέατος του.

Ποια είναι τα συμπτώματα του διαβήτη;

Ο τύπου Ι διαβήτης υποβόσκει γενικά για χρόνια, αλλά παρουσιάζεται απότομα. Στη συνέχεια, σπάνια μένει αδιάγνωστος για περισσότερο από μερικές εβδομάδες. Τα κλασικά συμπτώματα κατά τη διάγνωση είναι αυξημένη ούρηση, αυξημένη δίψα, αυξημένη πρόσληψη τροφής, και απώλεια βάρους. Καθένας με τα κλασικά αυτά συμπτώματα πρέπει να κάνει εξέταση σακχάρου στο αίμα, καθώς και μια εξέταση ούρων. Μερικές φορές οι ασθενείς αναφέρουν επίσης κόπωση, θολή όραση, έμετο, ή κοιλιακό άλγος. Εάν ο διαβήτης παραμένει αδιάγνωστος, τα συμπτώματα πολλές φορές με την πρόοδο της νόσου περιλαμβάνουν έμετο, δυσκολία στην αναπνοή, και στη συνέχεια κώμα.
Χρόνιες μυκητιασικές μολύνσεις (ή άλλες λοιμώξεις του δέρματος), μπορεί να είναι ένα σημάδι έγκαιρης προειδοποίησης.  Αν αυτές οι λοιμώξεις είναι πολύ συχνές, ή υποχωρούν δύσκολα με την κατάλληλη θεραπεία, το ενδεχόμενο ύπαρξης διαβήτη θα πρέπει να εξετάζεται.

Θεραπεύεται ο διαβήτης;

Δυστυχώς όχι, είναι μια χρόνια κατάσταση, όμως με την κατάλληλη ρύθμιση το άτομο που πάσχει από διαβήτη δεν θα αισθάνεται άρρωστο ,θα ζήσει μια φυσιολογική ζωή, απλά θα μάθει να συμβιώνει με τον διαβήτη.

Πώς γίνεται η διάγνωση του διαβήτη;

Θεωρούμε ότι κάποιος νοσεί από διαβήτη, όταν η τιμή του σακχάρου νηστείας στο αίμα είναι μεγαλύτερη από 126 mg / dL.
Υπάρχουν κι άλλες εξετάσεις διαθέσιμες για ακόμη πιο έγκαιρη ανίχνευση του διαβήτη. Τα άτομα με διαβήτη τύπου 1 έχουν μετρήσιμα αντισώματα στο αίμα τους, που αποκαλύπτουν την αυτοάνοση πάθηση τους. Αυτά τα αντισώματα  είναι συχνά ανιχνεύσιμα μήνες ή χρόνια πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα.

Πώς αντιμετωπίζεται ο διαβήτης;

Στα παιδιά που πάσχουν από διαβήτη τύπου Ι απαιτείται η εξωγενής χορήγηση ενέσιμης ινσουλίνης.Η δόση πρέπει να ρυθμιστεί προσεκτικά για να διατηρήσει την γλυκόζη του αίματος σε σταθερά επίπεδα.
Κατά τη διάρκεια λοιμώξεων ή χειρουργικών επεμβάσεων μπορεί ο διαβήτης ν’ απορυθμιστεί  και να χρειαστεί επαναπροσδιορισμός της ημερήσιας δόσης ινσουλίνης.
Η άσκηση και η υγιεινή διατροφή είναι σημαντική για όλα τα παιδιά, αλλά ακόμη πιο σημαντική για τα παιδιά με διαβήτη.

Πώς μπορεί ο διαβήτης να προληφθεί;

Πολλά φάρμακα έχουν μελετηθεί για την καθυστέρηση ή την πρόληψη του διαβήτη τύπου Ι σε παιδιά υψηλού κινδύνου με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Επίσης, συστήνεται καθυστέρηση εισαγωγής του αγελαδινού γάλακτος στη διατροφή των παιδιών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο διαβήτη. Ο διαβήτης είναι λιγότερο συχνός μεταξύ των παιδιών που θήλασαν αποκλειστικά τους πρώτους μήνες της ζωής τους.
Το εμβόλιο MMR μπορεί επίσης να αποτρέψει μερικά κρούσματα διαβήτη, λόγω του ότι ο διαβήτης τείνει να εμφανίζεται πιο συχνά μετά από κρούσματα παρωτίτιδας και ερυθράς.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Υποθυρεοειδισμός

Ο υποθυρεοειδισμός είναι η πιο συνηθισμένη διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς στα παιδιά, και πιο συχνά οφείλεται στη χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα.  Όπως και στους ενήλικες ο επίκτητος υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκληθεί από δύο αιτίες: από δυσλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα (πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός) και από νόσο του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης (κεντρικός υποθυρεοειδισμός). Επιπλέον, ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι υποκλινικός (υψηλή θυρεοτροπίνη ορού [TSH] με φυσιολογική τιμή ελεύθερης θυροξίνης [T4] ) ή εμφανής (υψηλή TSH με χαμηλή τιμή ελεύθερης T4 στον ορό ). Όποια και αν είναι η αιτία του, ο υποθυρεοειδισμός στα παιδιά μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην αύξηση, στην σχολική επίδοση, και στην εφηβική ανάπτυξη.

Κλινική εικόνα
Το πιο κοινό εύρημα του υποθυρεοειδισμού στα παιδιά είναι η ύπαρξη βρογχοκήλης. Η συνηθέστερη εκδήλωση είναι η μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης, με αποτέλεσμα χαμηλό ανάστημα. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης τείνει να κάνει ύπουλη εμφάνιση, και μπορεί να μεσολαβήσουν αρκετά χρόνια πριν εμφανιστούν και άλλα συμπτώματα. Έτσι, κάθε παιδί με χαμηλό ανάστημα θα πρέπει να ελέγχεται για υποθυρεοειδισμό. 

Ένα άλλο κοινό πρόβλημα που δημιουργεί είναι ότι επηρεάζει τις σχολικές επιδόσεις.  Η απόδοση μειώνεται, τα παιδιά γίνονται λιγότερο ενεργητικά και παρουσιάζουν βραδύτητα σκέψης. Άλλα συμπτώματα είναι νωθρότητα, λήθαργος, κόπωση, αργή κίνηση και αργή ομιλία, δυσανεξία στο κρύο, δυσκοιλιότητα, ξηρό δέρμα, εύθραυστα μαλλιά, πρήξιμο του προσώπου, μυϊκοί σπασμοί και πόνοι.  Αν ο υποθυρεοειδισμός είναι υποθαλαμικής ή υποφυσιακής αιτιολογίας, το παιδί μπορεί να έχει πονοκεφάλους, οπτικά συμπτώματα, ή πολυουρία και πολυδιψία. 

Ανωμαλίες στην κλινική εξέταση όπως κοντό ανάστημα, αύξηση σωματικού βάρους(περισσότερο λόγω κατακράτησης υγρών παρά από εναπόθεση λίπους), πρησμένο προσωπείο, διόγκωση της γλώσσας, βραχνάδα, θαμπό δέρμα, ήρεμη έκφραση, βραδυκαρδία, ψευδοϋπερτροφία των μυών, και καθυστερημένα βαθιά τενόντια αντανακλαστικά, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του υποθυρεοειδικού παιδιού.  Ο θυρεοειδής αδένας μπορεί να είναι φυσιολογικός σε μέγεθος, αψηλάφητος ή διευρυμένος.

Είτε ο υποθυρεοειδισμός είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας υποθαλάμου-υπόφυσης είτε πρωτοπαθούς νόσου του θυρεοειδούς, τα συμπτώματα και τα σημάδια της νόσου διαφέρουν σε σχέση με το μέγεθος της ανεπάρκειας ορμονών του θυρεοειδούς, καθώς και την οξύτητα με την οποία η ανεπάρκεια εξελίσσεται.  Ο υποθυρεοειδισμός είναι λιγότερο εμφανής κλινικά και καλύτερα ανεκτός, όταν υπάρχει μια σταδιακή απώλεια της λειτουργίας του θυρεοειδούς (όπως στις περισσότερες περιπτώσεις πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού) από ό, τι όταν αναπτύσσεται έντονα μετά από θυρεοειδεκτομή ή απότομη διακοπή των εξωγενών ορμονών του θυρεοειδούς.

Επιπλέον, όταν ο υποθυρεοειδισμός προκαλείται από νόσο υποθαλάμου-υπόφυσης, οι εκδηλώσεις των συνδεδεμένων ελλείψεων του ενδοκρινικού συστήματος, όπως ο υπογοναδισμός και η ανεπάρκεια των επινεφριδίων μπορεί να καλύψουν τις εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού.

Διάγνωση του υποθυρεοειδισμού
Η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού γίνεται από τις εργαστηριακές εξετάσεις. Ο πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από υψηλή τιμή θυρεοτροπίνης (TSH) και  χαμηλή ελεύθερη θυροξίνη (Τ4), ενώ ο λανθάνων υποθυρεοειδισμός παρουσιάζει φυσιολογική συγκέντρωση αδέσμευτης Τ4 με την παρουσία αυξημένης συγκέντρωσης TSH.  Ο κεντρικός υποθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από χαμηλή συγκέντρωση T4 και TSH στον ορό.

Θεραπεία
Στους περισσότερους ασθενείς, ο υποθυρεοειδισμός είναι μια μόνιμη κατάσταση που απαιτεί δια βίου θεραπεία.  Η θεραπεία συνίσταται στην υποκατάσταση των θυρεοειδικών ορμονών εκτός εάν ο υποθυρεοειδισμός είναι παροδικός (όπως μετά από οξεία ή υποξεία θυρεοειδίτιδα) ή αναστρέψιμος (δηλ. οφείλεται σε ένα φάρμακο που μπορεί να διακοπεί). 

Ο στόχος της θεραπείας είναι η αποκατάσταση του ευθυρεοειδισμού, το οποίο μπορεί εύκολα να επιτευχθεί σχεδόν σε όλους τους ασθενείς με από του στόματος χορήγηση συνθετικής θυροξίνης (Τ4).  Η κατάλληλη θεραπεία αντιστρέφει όλες τις κλινικές εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού.
Περίπου το 80 τοις εκατό μιας δόσης της Τ4 απορροφάται κι επειδή ο χρόνος ημίσειας ζωής της Τ4 είναι μεγάλος (επτά ημέρες), η άπαξ χορήγηση μιας δόσης ημερησίως μας δίνει θεραπευτικά αποτελέσματα με σταθερή τιμή ορού (θυροξίνης)T4 και τριιωδοθυρονίνης (Τ3).

Λανθάνων υποθυρεοειδισμός
Ο υποκλινικός υποθυρεοειδισμός ορίζεται βιοχημικά ως φυσιολογική τιμή ορού ελεύθερης θυροξίνης (Τ4)  με την παρουσία αυξημένων επιπέδων θυρεοτροπίνης (TSH).
Μερικοί ασθενείς με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό μπορεί να έχουν ασαφή, μη ειδικά συμπτώματα που υποδηλώνουν υποθυρεοειδισμού, έτσι αυτή η διαταραχή μπορεί να διαγνωστεί και να θεραπευθεί μόνο βάσει των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών τιμών.